Online Dictionary

OLDict.com

αναστέλλω σε Greek (WD) Από Επεξήγηση:

==Inter: -el » -==
Inter: προσχέδι »

Inter: ετυμολογί »

: Inter: PAGENAM » E < Inter: λείπει η ετυμολογί »

Inter: ρήμα » el

Inter: PAGENAM » E
  1. Inter: λείπει ο ορισμό »

    Inter: βλέπ »

    ====Inter: μεταφράσει » ====



Inter: μτφ-αρχ »





















Inter: μτφ-μέσ »




















Inter: μτφ-τέλο »
Inter: κλείδα ταξινόμησης » αναστελλω


Σχετικές λέξεις:

ανάσα  ανασαιμιά  ανασαίνω  ανασάλεμα  ανασαλεύω  ανάσανα  ανασάναμε  ανάσαναν  ανασάνατε  ανάσανε  ανασάνει  ανασάνεις  ανάσανες  ανασάνετε  ανασάνουμε  ανασάνουν  ανασάντε  ανασάνω  ανάσας  ανάσαση  ανασασμός  ανάσες  ανασηκωθεί  ανασηκωθείς  ανασηκωθείτε  ανασηκώθηκα  ανασηκωθήκαμε  ανασηκώθηκαν  ανασηκωθήκατε  ανασηκώθηκε  ανασηκώθηκες  ανασηκωθούμε  ανασηκωθούν  ανασηκωθώ  ανασήκωμα  ανασηκωμένος  ανασηκώνομαι  ανασηκώνω  ανασήκωσα  ανασηκώσαμε  ανασήκωσαν  ανασηκώσατε  ανασήκωσε  ανασηκώσει  ανασηκώσεις  ανασήκωσες  ανασηκώσετε  ανασηκώσουμε  ανασηκώσουν  ανασηκώστε  ανασηκώσω  ανασκάβω  ανασκαλεμένος  ανασκαλεύω  ανασκάπτω  ανασκαφέας  ανασκαφή  ανασκαφικά  ανασκαφικέ  ανασκαφικές