Online Dictionary

OLDict.com

μιμόγλωσσα σε Greek (WD) Από Επεξήγηση:

==Inter: -el » -==
Inter: προσχέδιο » el

Inter: ετυμολογί »

: Inter: PAGENAM » E < Inter: λείπει η ετυμολογί »

Inter: ουσιαστικό » el

Inter: PAGENAM » E Inter: »
  1. κώδικας επικοινωνίας με νοήματα και μορφασμούς

    Inter: μεταφράσει »

    Inter: μτφ-αρχ »






































Inter: μτφ-μέσ »



































Inter: μτφ-τέλο »
Inter: κλείδα ταξινόμησης » μιμογλωσσα


Σχετικές λέξεις:

μίμο  μιμογράφος  μιμόδραμα  μιμόζα  μιμόζας  μιμόζες  μίμοι  μιμόρχημα  μίμος  μίμου  μιμοῦμαι  μίμους