Online Dictionary

OLDict.com

ποδηγετώ σε Greek (WD) Από Επεξήγηση:

==Inter: -el » -==

Inter: ετυμολογί »

: Inter: PAGENAM » E < Inter: αρ » ποδηγετῶ

Inter: ρήμα » el

Inter: PAGENAM » E
  • καθοδηγώ πνευματικά, διαπαιδαγωγώ
  • χειραγωγώ

    Inter: μεταφράσει »

    Inter: μτφ-αρχ »

























  • Inter: μτφ-μέσ »


















    Inter: μτφ-τέλο »
    Inter: κλείδα ταξινόμησης » ποδηγετω


    Σχετικές λέξεις:

    ποδηγεσία  ποδηγεσίας  ποδηγεσίες  ποδηγετηθεί  ποδηγετηθείς  ποδηγετηθείτε  ποδηγετήθηκα  ποδηγετηθήκαμε  ποδηγετήθηκαν  ποδηγετηθήκατε  ποδηγετήθηκε  ποδηγετήθηκες  ποδηγετηθούμε  ποδηγετηθούν  ποδηγετηθώ  ποδηγέτης  ποδηγέτησα  ποδηγετήσαμε  ποδηγέτησαν  ποδηγετήσατε  ποδηγέτησε  ποδηγετήσει  ποδηγετήσεις  ποδηγέτησες  ποδηγετήσετε  ποδηγέτηση  ποδηγέτησις  ποδηγετήσουμε  ποδηγετήσουν  ποδηγετήστε  ποδηγετήσω  ποδηγετούμαι  ποδηλασία  ποδηλασίας  ποδηλασίες  ποδηλατά  ποδηλατάδες  ποδηλατάδικα  ποδηλατάδικο  ποδηλατάδικου  ποδηλατάδικων  ποδηλατάδων  ποδηλατάς  ποδηλάτης  ποδηλάτησα  ποδηλατήσαμε  ποδηλάτησαν  ποδηλατήσατε  ποδηλάτησε  ποδηλατήσει  ποδηλατήσεις  ποδηλάτησες  ποδηλατήσετε  ποδηλατήσουμε  ποδηλατήσουν  ποδηλατήστε  ποδηλατήσω  ποδηλατικά  ποδηλατικέ  ποδηλατικές