Online Dictionary

OLDict.com

στραβώνω σε Greek (WD) Από Επεξήγηση:

==Inter: -el » -==
Inter: προσχέδι »

Inter: ετυμολογί »

: Inter: PAGENAM » E < Inter: λείπει η ετυμολογί »

Inter: ρήμα » el

Inter: PAGENAM » E
  1. Inter: μτ » κάνω στραβό κάτι που είναι ίσιο
  2. : στράβωσε λίγο το σύρμα στην άκρη για να μη βρίσκει αντίσταση όταν το σπρώχνεις
  3. Inter: μτ » τυφλώνω, συνήθως μεταφορικά
  4. Inter: αμτ » γίνομαι στραβός, παύω να είμαι ίσιος
  5. : εκτός από όλα τα άλλα στράβωσε και ο άξονας και πρέπει να πάει στην καλίμπρα
  6. Inter: αμτ » Inter: μτφ » παίρνω λανθασμένη ή κακή τροπή

    Inter: εκφράσει »

    * στραβώνω τα μούτρα μου

    Inter: κλίσ »

    Inter: el-κλίσ-'ενώνω' » στραβώ|στράβω|στραβω

    Inter: μεταφράσει »

    Inter: μτφ-αρχ »























Inter: μτφ-μέσ »




















Inter: μτφ-τέλο »
Inter: κλείδα ταξινόμησης » στραβωνω
Translation: en » στραβώνω
Translation: mg » στραβώνω


Σχετικές λέξεις:

στραβά  στραβάδα  στραβάδι  στραβέ  στραβές  στραβή  στραβής  στραβίζω  στραβικά  στραβικέ  στραβικές  στραβική  στραβικής  στραβικό  στραβικοί  στραβικός  στραβικού  στραβικούς  στραβικών  στραβισμός  στραβό  στραβοδίβολος  στραβοί  στραβοκάνης  στραβοκεφαλιά  στραβοκεφαλιάς  στραβοκεφαλιές  στραβοκέφαλος  στραβοκοίταγμα  στραβοκοιταγμένος  στραβοκοιτάζω  στραβοκοίταξα  στραβοκοιτάξαμε  στραβοκοίταξαν  στραβοκοιτάξατε  στραβοκοίταξε  στραβοκοιτάξει  στραβοκοιτάξεις  στραβοκοίταξες  στραβοκοιτάξετε  στραβοκοιτάξουμε  στραβοκοιτάξουν  στραβοκοιτάξτε  στραβοκοιτάξω  στραβολαίμης  στραβολαιμιάζω  στραβολαίμιασα  στραβολαιμιάσαμε  στραβολαίμιασαν  στραβολαιμιάσατε  στραβολαίμιασε  στραβολαιμιάσει  στραβολαιμιάσεις  στραβολαίμιασες  στραβολαιμιάσετε  στραβολαίμιασμα  στραβολαιμιασμένος  στραβολαιμιάσουμε  στραβολαιμιάσουν  στραβολαιμιάστε