Online Dictionary

OLDict.com

συναγωνίζομαι σε Greek (WD) Από Επεξήγηση:

==Inter: -el » -==

Inter: ετυμολογί »

: Inter: PAGENAM » E < Inter: αρ » < συν + αγωνίζομαι

Inter: ρήμα » el

Inter: PAGENAM » E
  • αγωνίζομαι σε κοινό αγώνισμα με κάποιον άλλον ή αγωνίζομαι από κοινού με κάποιον άλλο για μια ιδέα ή ένα στόχο
  • : συναγωνιζόμασταν στην ίδια ομάδα
  • ανταγωνίζομαι με την ευγενέστερη έννοια της άμιλλας και όχι με την σκληρή έννοια της αντιπαλότητας
  • : οι αθλητές θα συναγωνιστούν στο τρέξιμο, για μια θέση στο πόντιουμ
  • έχω κοινές ιδιότητες ή χαρακτηριστικά, είμαι στο ίδιο επίπεδο
  • : οι δύο αδερφέςσυναγωνίζονται σε χάρη η μία την άλλη

    Inter: συγγενικ »

    * συναγωνιστής όρος πιο συνήθης σε πολιτικά κόμματα
  • συναγωνιστικός συνήθως σε αντιδιαστολή προς το ανταγωνιστικός

    Inter: μεταφράσει »

    Inter: μτφ-αρχ »
  • Inter: e » n : Inter: τ » en|compete κυρίως με την έννοια του ανταγωνισμού






























  • Inter: μτφ-μέσ »





















    Inter: μτφ-τέλο »
    Inter: κλείδα ταξινόμησης » συναγωνιζομαι


    Σχετικές λέξεις:

    συναγάγαμε  συναγάγατε  συναγάγει  συναγάγεις  συναγάγετε  συναγάγουμε  συναγάγουν  συναγάγω  συναγείρω  συναγελάζομαι  συναγελασμένος  συναγελασμός  συναγελάσου  συναγελαστεί  συναγελαστείς  συναγελαστείτε  συναγελάστηκα  συναγελαστήκαμε  συναγελάστηκαν  συναγελαστήκατε  συναγελάστηκε  συναγελάστηκες  συναγελαστούμε  συναγελαστούν  συναγελαστώ  συναγερμός  σύναγμα  συναγρίδα  συναγρίς  συνάγω  συναγωγή  συναγωνισμένος  συναγωνισμός  συναγωνίσου  συναγωνιστεί  συναγωνιστείς  συναγωνιστείτε  συναγωνιστές  συναγωνιστή  συναγωνίστηκα  συναγωνιστήκαμε  συναγωνίστηκαν  συναγωνιστήκατε  συναγωνίστηκε  συναγωνίστηκες  συναγωνιστής  συναγωνιστικά  συναγωνιστικέ  συναγωνιστικές  συναγωνιστική  συναγωνιστικής  συναγωνιστικό  συναγωνιστικοί  συναγωνιστικός  συναγωνιστικότητα  συναγωνιστικότητας  συναγωνιστικού  συναγωνιστικούς  συναγωνιστικών  συναγωνιστούμε