Online Dictionary

αναστέλλω Επεξήγηση

αναστέλλω σε Greek (WD) Από Επεξήγηση:

==Inter: -el » -==
Inter: προσχέδι »

Inter: ετυμολογί »

: Inter: PAGENAM » E < Inter: λείπει η ετυμολογί »

Inter: ρήμα » el

Inter: PAGENAM » E
  1. Inter: λείπει ο ορισμό »

    Inter: βλέπ »

    ====Inter: μεταφράσει » ====



Inter: μτφ-αρχ »




  • Inter: f » r : Inter: τ » fr|inhiber


















Inter: μτφ-μέσ »




















Inter: μτφ-τέλο »
Inter: κλείδα ταξινόμησης » αναστελλω